Ἡ ἔκδοση τοῦ «Ἐπίτομου Λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης» προϊὸν μόχθου ἐγκρίτων Ἑλλήνων φιλολόγων, ἀποτέλεσε ἐκδοτικὸ γεγονὸς τὴν ἐποχή του τόσο γιὰ τὸν ὄγκο τῶν πληροφοριῶν, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἐμβριθῆ ἀνάλυση τῶν λημμάτων.
Ἡ καταγραφὴ τῶν λημμάτων μίας γλώσσας που ἔχει μεγίστη ἀξία, ἐπειδὴ ἡ χρήση τῆς γλώσσας δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐπικοινωνιακὸ μέσο, ἀλλὰ μέσον σκέψης. Εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ὁμιλοῦντος αὐτὴν ἔθνους.
Σὲ ἕναν ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο, ὅπου ἡ πληροφορία ἔχει ἀντικαταστήσει τὴν γνώση, σὲ ἕναν κόσμο τῆς παγκοσμιοποιημένης πληροφορίας, οἱ κίνδυνοι ὑποχώρησης τῆς μητέρας τῶν γλωσσῶν ἔχει ἤδη τονισθεῖ ἀπὸ ἀξιολόγους δασκάλους, καθηγητὲς καὶ ἐρευνητές, οἱ ὁποῖοι σημειώνουν τὸν ἐπερχόμενο κίνδυνο τῆς μὴ ὀρθῶς καὶ πλουσίως ἐκφορᾶς τοῦ λόγου ἀπὸ τοὺς νέους εἰς καθ΄ἡλικίαν Ἕλληνες. Πέραν τούτου, ἡ μὴ καλλιέργεια τοῦ λόγου, ἐπιφέρει σὺν τῷ χρόνῳ τὴν ὁριστικὴ διακοπὴ τῆς γλωσσικῆς διαχρονίας, οὕτως ὥστε θὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ ἀνάγνωσις ἔστω, τῆς ἐπὶ τέσσερεις χιλιετίες ἀκμαζούσης ἑλληνίδος φωνῆς.
Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα ἀναλάβαμε τὴν ἐπανεκτύπωση τοῦ ὀγκώδους πράγματι καὶ δυσεύρετου Λεξικοῦ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι προσφέρουμε στοὺς Ἕλληνες σημαντικὸ ἐργαλεῖο γνώσης.
Τάλως Ι. Φουράκης.
.